Τώρα, που μπορούμε να θεωρήσουμε ως δεδομένη την παραμονή του Ντανιέλ Μαντσίνι στον Άρη, είναι εύκολο να σχολιάσουμε ότι ο Άρης έκανε καλά που αποφάσισε να αφήσει τα περίπου 2,5 εκατ. € που του έδιναν από το Αμπου Ντάμπι για να παραχωρήσει τον Αργεντινό επιθετικό μέσο.

Η διαδικασία μέσα από την οποία οδηγείται κανείς σε μια τεκμηριωμένη απόφαση για την παραχώρηση ή την παραμονή ενός ποδοσφαιριστή είναι πολύ σύνθετη. Και εμείς, οι “απέξω” δεν μπορούμε να την ακολουθήσουμε διότι δεν έχουμε όλα τα δεδομένα. Δεν γνωρίζουμε ούτε πόσα ακριβώς χρήματα προσέφεραν στον Άρη όσες ομάδες εκδήλωσαν ενδιαφέρον στην διάρκεια των τελευταίων μηνών για να αποκτήσουν τον Μαντσίνι, ούτε ποια είναι η νοοτροπία του Αργεντινού μπροστά σε αυτές τις επιλογές που φαινόταν ότι έχει για την καριέρα του, ούτε με πόσα χρήματα θα ήταν ο ίδιος ικανοποιημένος προκειμένου να επεκτείνει το συμβόλαιο που λήγει το 2024.

Στην πρώτη ανάγνωση, μια προσφορά που είναι ανώτερη της “ετικέτας” του Μαντσίνι (2 εκατ. €, σύμφωνα με το Transfermarkt – την ίδια τιμή χρησιμοποιεί το Wyscout) είναι μια αξιόλογη προσφορά. Για τον Αρη όμως η αγωνιστική υπεραξία που δημιουργεί ο Αργεντινός ειδικά στη διάρκεια του τελευταίου ημερολογιακού έτους, με όσα έκανε στην περσινή σεζόν και όσα κάνει στην αρχή της φετινής είναι μάλλον μεγαλύτερη από το υπόλοιπο που προκύπτει όταν αφαιρείς από τα 2.5 εκατ € τα 500.000 € που έδωσε ο Άρης το 2019 για την αγορά του.

αθλητικα νεα

Ο Μαντσίνι, ένας από τους καλύτερους επιθετικούς χάφ του περσινού πρωταθλήματος, είναι σήμερα ο ένας εκ των δύο καλύτερων πλάγιων επιθετικών της Superleague μετά από 5 αγωνιστικές (μαζί με τον Αϊτόρ). Και η επίδρασή του στο παιχνίδι του Αρη, σε μια κρίσιμη περίοδο, είναι μεγαλύτερη από αυτή που δείχνει η “συμμετοχή στο 50% των γκολ” τιμή στα analytics. Παίρνει όλο και περισσότερες ευθύνες στην ανάπτυξη ή την ολοκλήρωση των επιθέσεων και δείχνει με συνέπεια μέχρι εδώ τα στοιχεία που ζητά κανείς από έναν ποδοσφαιριστή σε μια ομάδα που θέλει να κάνει πρωταθλητισμό. Αποφασιστικότητα, ακρίβεια στις εκτελέσεις, ασίστ για σουτ, προωθητικά τρεξίματα, ανθεκτικότητα όταν πιέζεται ή όταν “στραβώνει” το παιχνίδι για την ομάδα του.

Όταν δεν ζεις στα αποδυτήρια και το προπονητικό κέντρο μιας ομάδας δεν μπορείς να γνωρίζεις την επαγγελματική και την αγωνιστική νοοτροπία ενός ποδοσφαιριστή. Όσα πάντως καταλαβαίνει κανείς παρακολουθώντας την νοοτροπία και την απόδοση του Μαντσίνι στα παιχνίδια πείθουν ότι είναι ένας ποδοσφαιριστής – σημείο αναφοράς στην επιθετική ανάπτυξη μιας ομάδας. Με άλλα λόγια, τον βλέπεις και λες ότι πάνω σε αυτόν, τον Μανού Γκαρθία, τον Πάλμα και τον Γκρέι ένας προπονητής μπορεί να χτίσει ένα πλάνο για τη φάση επίθεσης που δημιουργεί υψηλές προσδοκίες.

Δεδομένου ότι συζητάμε για έναν ποδοσφαιριστή που δεν έχει κλείσει τα 26, ακόμη και αν ήταν ανοιχτή η μεταγραφική περίοδος ο Άρης δύσκολα θα έβρισκε ολοκληρωμένο αυτό το πακέτο σε τιμή μικρότερη των 2,5 εκατ. €. Και αυτή η αίσθηση απλοποιεί λίγο τη συζήτηση. Στα μάτια όλων εμάς που δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες και μας λείπουν βασικές πληροφορίες ώστε να οδηγηθούμε σε τεκμηριωμένη απάντηση, η επιλογή του Άρη να κρατήσει, να επιβραβεύσει και ενδεχομένως να δέσει με μεγαλύτερης διάρκειας συμβόλαιο τον Μαντσίνι μοιάζει ως η καλύτερη επιλογή. Μια ομάδα που θέλει να κάνει πρωταθλητισμό χτίζεται πάνω σε ποδοσφαιριστές αυτών των προδιαγραφών. Κι όταν βλέπεις ελληνικές ομάδες να δαπανούν έως και 2 εκατ. € για την αγορά μεσοεπιθετικού, σκέφτεσαι ότι ένας 26χρονος Αργεντινός που έχει ήδη προσαρμοστεί και έχει ήδη πείσει ότι μπορεί να γίνεται game changer αξίζει σήμερα περισσότερο και μπορεί αύριο να πωληθεί ακριβότερα αφού προηγουμένως έχει βοηθήσει την ομάδα του να πετύχει αγωνιστικούς και επιχειρηματικούς στόχους. Μια ελληνική ομάδα πρέπει να έχει στις προτεραιότητές της την πώληση ποδοσφαιριστών, αν θέλει να βρει και να κρατήσει την οικονομική της υγεία, αλλά η πώληση είναι στόχος – όχι αυτοσκοπός.