Το περίφημο Barcelona Gate είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες του μοντέρνου ποδοσφαίρου μας. Κυρίως γιατί είναι μια ιστορία που θα ήταν αδύνατο να συμβεί μια δεκαετία πριν – τότε δηλαδή που ενώ υπήρχε ποδόσφαιρο, δεν υπήρχαν social media.

Τι ακριβώς έγινε

Θα κάνω μια μικρή περίληψη προηγουμένων για να γίνει κατανοητό τι έχει συμβεί από όσους δεν το έχουν παρακολουθήσει. Πριν από ένα χρόνο περίπου, στις 13 Φεβρουαρίου του 2020, ο ραδιοφωνικός σταθμός Cadena Ser αποκάλυψε πως το συμβούλιο της Μπαρτσελόνα, έπειτα από πρόταση του προέδρου Ζόζεπ Μαρία Μπερτομέου, όταν αυτός εκλέχτηκε, υπέγραψε μια συμφωνία με την εταιρία «13 Ventures» που ανέλαβε εργολαβικά την οργάνωση εκστρατειών σπίλωσης προσωπικοτήτων, που, κατά τον πρόεδρο, μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα στην ομάδα και στον ίδιο. Ο Μπερτομέου τότε διέψευσε τα πάντα, όμως σχόλια, αναρτήσεις στο Facebook και δεκάδες απαντήσεις σε «τιτιβίσματα» μαρτυρούν πως υπήρξε κάτι οργανωμένο. Στο στόχαστρο της εταιρίας (δηλαδή του Μπερτομέου) βρέθηκαν πρώην προπονητές όπως ο Γκουαρντιόλα, που έχει το κακό συνήθειο της κριτικής, δημοσιογράφοι και πρώην παράγοντες, παλαίμαχοι αρχηγοί όπως ο Τσάβι και ο Πουγιόλ, αλλά και εν ενεργεία παίκτες της ομάδας, όπως ο Πικέ και ο Μέσι. Ο πρώτος κατηγορήθηκε ότι ασχολείται πιο πολύ με τις άλλες δουλειές του από όσο με το ποδόσφαιρο κιι ο δεύτερος γιατί δεν δεχόταν τις προτάσεις ανανέωσης του συμβολαίου του. Μάλιστα στην περίπτωση του Μέσι λέγεται ότι κυρίως στοχοποιήθηκε η γυναίκα του.

αθλητικα νεα

Ένα χρόνο μετά τις αποκαλύψεις ο Μπερτομέου συνελήφθη, οι πιθανότητες του να επανεκλεγεί είναι ανύπαρκτες και η ανακριτική διερεύνηση θα αποκαλύψει περαιτέρω λεπτομέρειες. Η αποκάλυψη ότι η υπηρεσίες της «13 Ventures» πληρώθηκαν πάνω από 1 εκατ ευρώ το χρόνο – περίπου 600% περισσότερο από οποιαδήποτε δουλειά η εταιρία αυτή έχει αναλάβει – δημιουργεί την υποψία ότι κάποια χρήματα κατέληξαν στις τσέπες των ίδιων των παραγόντων.

Από αυτή την απίθανη ιστορία θα κρατήσω δυο πράγματα: Το ένα είναι η παρεμβατικότητα των social media και η επικινδυνότητα τους όταν γίνονται εργαλεία. Το δεύτερο το πόσο πρόβλημα μπορεί να γίνει για μια ομάδα η επένδυση σε αυτού του είδους την επικοινωνία.

Η δημοφιλία είναι πρόβλημα

Πάντα οι ομάδες είχαν πρόβλημα με την κριτική και πάντα πίστευαν ότι ο Τύπος μπορεί να εργαλειοποιηθεί. Κατά συνέπεια πάντα πίεζαν και τον Τύπο. Θυμάμαι παλιά ότι αν έκανες κάποιου είδους κριτική σε μια ομάδα αναλάμβαναν να σε συνετίσουν οι οργανωμένοι οπαδοί – περιττό να πω ότι για κάθε διοίκηση ΠΟΑΕ κάθε κριτική θεωρείται κακόπιστη. Οι οργανωμένοι σε περνούσαν γενεές δεκατέσσερις, σε κατηγορούσαν για εχθρό της ομάδας, σου κάνανε τη ζωή δύσκολη και στο γήπεδο κτλ. Αλλά όλα αυτά είναι αστειότητες μπροστά στη στοχοποίηση που μπορεί εύκολα να γίνει σήμερα. Σε όλους μάλιστα.

Παλιά η δημοφιλία των παικτών ήταν και ένα είδος προστασίας τους. Αν ένας Μπερτομέου έβαζε κάποιον να γράψει κάτι εναντίον του Μέσι π.χ, κάποιοι χιλιάδες οπαδοί της Μπαρτσελόνα ήταν έτοιμοι να του ζητήσουν να αφήσει το Λιο ήσυχο. Σήμερα δύσκολα μπορεί να ξεφύγει κάποιος από την στοχοποίηση όσο μεγάλος και σημαντικός κι αν είναι. Στην προκειμένη περίπτωση η δημοφιλία, αυτό δηλαδή που ήταν πάντα το όπλο ενός ποδοσφαιριστή γιατί του έδινε δύναμη, γίνεται πρόβλημα. Οσο πιο μεγάλος είναι τόσο πιο μεγάλα προβλήματα μπορεί να του δημιουργεί ένας προσωπικός διασυρμός – ειδικά αν είναι κατασκευασμένος και ψεύτικος. Ένα στημένο δημοσίευμα αντιμετωπίζεται. Κάποιοι εκατοντάδες (ή χιλιάδες) λογαριασμοί που κάνουν μια στοχευμένη επίθεση δεν αντιμετωπίζονται: όποιοι επιχειρήσουν να απαντήσουν μεγαλώνουν απλά το θόρυβο. Και ο θόρυβος είναι πάντα υπέρ αυτού που στοχοποιεί. Πόσο μάλλον όταν ο στοχοποιημένος είναι ένας σημαντικός κι αξιοπρεπής άνθρωπος που δεν μπορεί να μείνει σιωπηλός. Σε αυτό στηρίζονται αυτές οι εταιρίες κι όσοι τις χρησιμοποιούν.

Συμβιβασμός ή σιωπή

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που στοχοποιούνται, στοχοποιούνται γιατί τους είναι δύσκολο να σιωπάσουν. Το ίδιο το μέγεθός τους, τους επιβάλει να απαντήσουν ακόμα και σε κατηγορίες ψεύτικες – σε διαφορετική περίπτωση η σιωπή τους είναι ένα είδος αποδοχής των κατηγοριών. Ο Μπερτομέου και οι εταιρίες που ανέλαβαν τη δουλειά (και που όπως φαίνεται είχαν και ανθρώπους που δούλευαν για χάρη τους και εκτός Ισπανίας, ώστε να μην μπορεί να εντοπιστεί το διαδικτυακό τους ίχνος), ήξεραν πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν: ο σκοπός τους ήταν να υποχρεώσουν τους στοχοποιημένους να σιωπούν ή να δέχονται τις διοικητικές επιλογές για να γλυτώνουν τη φασαρία. Αν στοχοποιηθείς ή συμβιβάζεσαι ή τρελαίνεσαι. Αν δεν απαντάς είσαι ένοχος. Αν απαντήσεις γίνεσαι κάποιος που στα μάτια της κοινής γνώμης δεν ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο, αλλά με τον εαυτό σου και μόνο.

Κάποιος θα πει ότι και με τα social media των παικτών π.χ άλλοι ασχολούνται συνήθως κι όχι οι ίδιοι: αυτό, αν το καλοσκεφτείς, κάνει το πράγμα ακόμα χειρότερο. Σκεφτείτε σε τι μπελάδες μπορεί να βάλει το Μέσι, κάποιος που πρέπει να απαντήσει για λογαριασμό του σε επιθέσεις που γίνονται στη γυναίκα του. Η ιστορία πρέπει να μας γεμίζει αμφιβολίες για τις διαδικτυακές απόψεις, ειδικά αν οι ιδιοκτήτες τους είναι άγνωστοι που επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα. Το περίφημο «καλό της ομάδας» π.χ μπορεί να είναι μια άποψη κατά παραγγελία, όσο κι αν μοιάζει αθώα.

αθλητικα νεα

Πανδημία και τεχνητός παράδεισος

Το δεύτερο ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία είναι το πώς αυτές οι πρακτικές μεγάλωσαν τη φθορά της Μπαρτσελόνα – εννοώ την αγωνιστική. Αν μια ομάδα διοικείται από ανθρώπους που προτάσσουν την επικοινωνία (και μάλιστα αγοράζουν ή δημιουργούν υπηρεσίες διαδικτυακής σπίλωσης) είναι απολύτως λογικό σύντομα η ομάδα να πάρει την κάτω βόλτα.

Η σπίλωση και η περίφημη «επικοινωνία» έχουν συνήθως απτά αποτελέσματα – είναι σχετικά εύκολες δουλειές. Η σπίλωση είναι σαν την πανδημία: δύσκολα ο στοχευμένος γλυτώνει. Η επικοινωνία δημιουργεί επίσης ένας τεχνητό παράδεισο: όλα μπορεί να μοιάζουν ότι πηγαίνουν καλά, ώστε να μην υπάρχουν γκρίνιες, αντίθετες απόψεις, ενοχλητική κριτική κτλ. Επίσης η επικοινωνία «φέρνει» νίκες. «Ταΐζεις» ένα κόσμο μπούρδες και τον κάνεις να νιώθει ότι κερδίζει κάθε μέρα: ένας πληρωμένος στρατός αναπαράγει φήμες, φουσκώνει ασήμαντες ειδήσεις, χτίζει παραμύθια για ηθικά πλεονεκτήματα κτλ και κάποιοι χαίρονται. Όλα αυτά μπορεί στην πολιτική π.χ να είναι χρήσιμα. Αλλά στον αθλητισμό δεν είναι παρά αυτοκαταστροφικές πρακτικές: όταν ρίχνεις σε αυτά το βάρος σου, θα χάσεις στο γήπεδο. Γιατί στο γήπεδο δεν παίζουν οι αναρτήσεις, τα σχόλια, οι εξυπνάδες και οι φήμες. Κι εσύ ασχολείσαι με αυτά κυρίως.

Τα έχουμε δει και στην Ελλάδα

Οι νίκες οι επικοινωνιακές καμιά φορά αποδίδουν. Μπορεί να υποχρεώσεις το Μέσι να υπογράψει ένα συμβόλαιο για να μην τον κράζει ο κόσμος, μπορείς να τρομάξεις τον Γκουαρντιόλα και να μην μιλά, μπορεί να κάνεις όποιον θέλει να αναλάβει μια ομάδα να το βάλει στα πόδια ή μπορεί να προκαλέσεις και δικαστικές παρεμβάσεις, έρευνες κτλ. Αλλά με τους διαδικτυακούς στρατούς και τις πληρωμένες καταχωρήσεις δεν φτιάχνεις ομάδες. Προφανώς ο Μπερτομέου χάρη σε όλο αυτό το μηχανισμό πέρασε υπέροχες μέρες στη Μπάρτσα. Αλλά ενώ κανείς δεν μιλούσε για αυτόν και οι «εχθροί» του έμπλεκαν με προβλήματα που δεν μπορούσαν να φανταστούν, η Μπαρτσελόνα βούλιαζε μέρα με τη μέρα. Οσο κι αν ο Ερνέστο Βαλβέρδε μασκάρεψε τις αδυναμίες της, η μη αντιμετώπιση των προβλημάτων τα μεγάλωσε τόσο ώστε να είναι πλέον ανυπέρβλητα. Αλλωστε όπως φαίνεται, με τα αγωνιστικά της προβλήματα κανείς δεν ασχολήθηκε: απλά φρόντιζε να μην μιλάνε όσοι μπορούσαν να τα τεκμηριώσουν.

Το έχουμε δει όλα και στην Ελλάδα. Υποθέτω ότι πολλοί θα έχουν πεθάνει από τη ζήλια τους διαβάζοντας ότι η Μπαρτσελόνα πλήρωνε για εκστρατείες σπίλωσης 1 εκατομμύριο ευρώ το χρόνο. Εδώ οι δουλειές αυτές πληρώνονται πολύ λιγότερα. Και δεν είναι λίγοι που τις κάνουν και αμισθί…